hurried
hu
ˈhɜ
χερ
rried
rid
ριντ
/hˈʌɹɪd/

Ορισμός και σημασία του "hurried"στα αγγλικά

01

βιαστικός, σπεύδων

done or moving at a fast pace with a sense of urgency or haste
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hurried
συγκριτικός βαθμός
more hurried
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

hurriedly
hurriedness
unhurried
hurried
hurry
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store