Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hunting
01
κυνήγι, θηρευτικός
the activity of pursuing and killing wild animals or birds for money, food, or fun
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
huntings
02
κυνήγι, θηρευτική δραστηριότητα
the activity of going after and killing wild animals or birds for food or game
03
αναζήτηση, κυνήγι
the act of searching for a thing or person
Παραδείγματα
The hunting for a new apartment in the city took longer than expected due to the high demand.
Το κυνήγι για ένα νέο διαμέρισμα στην πόλη διήρκεσε περισσότερο από το αναμενόμενο λόγω της υψηλής ζήτησης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hunting
hunt



























