huntsman
hunt
ˈhʌnt
hant
sman
smən
smēn

Ορισμός και σημασία του "huntsman"στα αγγλικά

01

κυνηγός, θηρευτής

someone who hunts game 
huntsman definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
huntsmen
αρσενικό ενικό
huntsman
θηλυκό ενικό
huntress
neutral form
hunter

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store