Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hunting
02
κυνήγι, θηρευτική δραστηριότητα
the activity of going after and killing wild animals or birds for food or game
03
αναζήτηση, κυνήγι
the act of searching for a thing or person
Παραδείγματα
The team went hunting for new talent to fill key positions within the company.
Η ομάδα πήγε κυνηγώντας νέους ταλέντα για να καλύψει βασικές θέσεις εντός της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
hunting
hunt



























