Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hunker
01
καθίζω στα γόνατα, σκύβω
to squat down low, or sit on one's haunches in a relaxed or stable position
Intransitive: to hunker
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hunker
γ΄ ενικό πρόσωπο
hunkers
ενεστώτα μετοχή
hunkering
απλός αόριστος
hunkered
παθητική μετοχή
hunkered
Παραδείγματα
The baseball catcher hunkered behind the plate, ready for the pitcher's throw.
Ο πιάστης του μπέιζμπολ κάθισε πίσω από την πλάκα, έτοιμος για την ρίψη του ρίπτη.



























