Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hunker
01
καθίζω στα γόνατα, σκύβω
to squat down low, or sit on one's haunches in a relaxed or stable position
Intransitive: to hunker
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hunker
γ΄ ενικό πρόσωπο
hunkers
ενεστώτα μετοχή
hunkering
απλός αόριστος
hunkered
παθητική μετοχή
hunkered
Παραδείγματα
The children hunkered down in the grass to observe the tiny insects crawling beneath them.
Τα παιδιά καθίσαν στο γρασίδι για να παρατηρήσουν τα μικρά έντομα που σέρνονταν κάτω από αυτά.



























