to hunker
Pronunciation
/ˈhəŋkɝ/

Ορισμός και σημασία του "hunker"στα αγγλικά

to hunker
01

καθίζω στα γόνατα, σκύβω

to squat down low, or sit on one's haunches in a relaxed or stable position
Intransitive: to hunker
to hunker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hunker
γ΄ ενικό πρόσωπο
hunkers
ενεστώτα μετοχή
hunkering
απλός αόριστος
hunkered
παθητική μετοχή
hunkered
Παραδείγματα
The baseball catcher hunkered behind the plate, ready for the pitcher's throw.
Ο πιάστης του μπέιζμπολ κάθισε πίσω από την πλάκα, έτοιμος για την ρίψη του ρίπτη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store