Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
approachable
01
προσιτός, φιλικός
friendly and easy to talk to, making others feel comfortable and welcome in one's presence
Παραδείγματα
She's approachable, always welcoming and receptive to others, making it easy to engage with her.
Είναι προσβάσιμη, πάντα φιλόξενη και δεκτική προς τους άλλους, κάνοντας εύκολη την αλληλεπίδραση μαζί της.
02
προσβάσιμος, κατανοητός
capable of being read with comprehension
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most approachable
συγκριτικός βαθμός
more approachable
διαβαθμίσιμο
03
προσβάσιμος, εύκολα προσβάσιμος
(of a place) easy to access or reach, often without difficulty or barriers
Παραδείγματα
The hilltop temple is approachable by a well-paved road.
Ο ναός στην κορυφή του λόφου είναι προσβάσιμος από έναν καλά πλακοστρωμένο δρόμο.
Λεξικό Δέντρο
approachability
unapproachable
approachable
approach



























