hump
hump
həmp
χαμπ
/hˈʌmp/

Ορισμός και σημασία του "hump"στα αγγλικά

01

καμπούρα, βουβώνας

a round outgrowth on the back of a mammal, such as a camel
hump definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
humps
02

καμπούρα, προεξοχή

something that bulges out or is protuberant or projects from its surroundings
to hump
01

γαμώ, πηδώ

have sexual intercourse with
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hump
γ΄ ενικό πρόσωπο
humps
ενεστώτα μετοχή
humping
απλός αόριστος
humped
παθητική μετοχή
humped
02

καμπούριασμα, στροβιλίζω

round one's back by bending forward and drawing the shoulders forward
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store