Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hump
01
καμπούρα, βουβώνας
a round outgrowth on the back of a mammal, such as a camel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
humps
02
καμπούρα, προεξοχή
something that bulges out or is protuberant or projects from its surroundings
to hump
01
γαμώ, πηδώ
have sexual intercourse with
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hump
γ΄ ενικό πρόσωπο
humps
ενεστώτα μετοχή
humping
απλός αόριστος
humped
παθητική μετοχή
humped
02
καμπούριασμα, στροβιλίζω
round one's back by bending forward and drawing the shoulders forward



























