humidity
hu
hju:
hyoo
mi
ˈmɪ
mi
di
ty
ti
ti
humilityhumanity

Ορισμός και σημασία του "humidity"στα αγγλικά

01

υγρασία

the amount of moisture present in the air 
humidity definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The high humidity made the summer day feel even hotter. 

Η υψηλή υγρασία έκανε τη θερινή μέρα να φαίνεται ακόμα πιο ζεστή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store