humdrum
humd
ˈhəmd
χαμντ
rum
rəm
ραμ
/hˈʌmdɹəm/

Ορισμός και σημασία του "humdrum"στα αγγλικά

01

μονοτονία, ρουτίνα

the quality of wearisome constancy, routine, and lack of variety
01

μονότονος, βαρετός

lacking excitement or variety
Disapproving
Informal
Παραδείγματα
The novel's humdrum plot failed to capture the reader's interest, resulting in a lackluster reception.
Η μονοτονική πλοκή του μυθιστορήματος απέτυχε να κερδίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, με αποτέλεσμα μια άνοστη υποδοχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store