humdrum
humd
ˈhʌmd
hamd
rum
rʌm
ram

Ορισμός και σημασία του "humdrum"στα αγγλικά

01

μονοτονία, ρουτίνα

the quality of wearisome constancy, routine, and lack of variety 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
01

μονότονος, βαρετός

lacking excitement or variety 
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most humdrum
συγκριτικός βαθμός
more humdrum
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The office job became increasingly humdrum as the daily tasks followed a predictable and monotonous routine. 

Η εργασία γραφείου έγινε όλο και πιο μονότονη καθώς οι καθημερινές εργασίες ακολουθούσαν μια προβλέψιμη και μονότονη ρουτίνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store