hull
Pronunciation
/ˈhəɫ/

Ορισμός και σημασία του "hull"στα αγγλικά

01

φλοιός, περίβλημα

the outer covering or shell of a seed or fruit
hull definition and meaning
Παραδείγματα
She used a knife to scrape the hull off the coconut to reveal the white flesh inside.
Χρησιμοποίησε ένα μαχαίρι για να ξύσει το κέλυφος από την καρύδα και να αποκαλύψει τη λευκή σάρκα μέσα.
02

κύτος, σκελετός

the main body or framework of a ship or boat, typically the outer shell that provides buoyancy and protects against water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hulls
Παραδείγματα
The shipyard workers painted the hull of the cargo ship before its voyage across the Atlantic.
Οι εργάτες του ναυπηγείου έβαψαν το κύτος του φορτηγού πριν από το ταξίδι του στον Ατλαντικό.
03

επίμονο διευρυμένο κάλυκα, επίμονο περίβλημα

persistent enlarged calyx at base of e.g. a strawberry or raspberry
to hull
01

ξεφλουδίζω, αφαιρώ το περίβλημα

to remove the outer covering or husk from a seed or grain
to hull definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hull
γ΄ ενικό πρόσωπο
hulls
ενεστώτα μετοχή
hulling
απλός αόριστος
hulled
παθητική μετοχή
hulled
Παραδείγματα
She asked her brother to hull the sunflower seeds for her snack.
Ζήτησε από τον αδερφό της να ξεφλουδίσει τους ηλίανθους για το σνακ της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store