Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hull
01
φλοιός, περίβλημα
the outer covering or shell of a seed or fruit
Παραδείγματα
He carefully removed the hull of the walnut before cracking it open.
Αφαίρεσε προσεκτικά το κέλυφος του καρυδιού πριν το σπάσει.
02
κύτος, σκελετός
the main body or framework of a ship or boat, typically the outer shell that provides buoyancy and protects against water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hulls
Παραδείγματα
The hull of the yacht was sleek and made of reinforced fiberglass.
Το κύτος του γιοτ ήταν κομψό και κατασκευασμένο από ενισχυμένο φάιμπεργκλας.
03
επίμονο διευρυμένο κάλυκα, επίμονο περίβλημα
persistent enlarged calyx at base of e.g. a strawberry or raspberry
to hull
01
ξεφλουδίζω, αφαιρώ το περίβλημα
to remove the outer covering or husk from a seed or grain
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hull
γ΄ ενικό πρόσωπο
hulls
ενεστώτα μετοχή
hulling
απλός αόριστος
hulled
παθητική μετοχή
hulled
Παραδείγματα
He carefully hulled the almonds to use in his homemade granola.
Αφόρησε προσεκτικά τις αμύγδαλες για να τις χρησιμοποιήσει στο σπιτικό του γκρανόλα.



























