howler
how
ˈhaʊ
haw
ler
holler

Ορισμός και σημασία του "howler"στα αγγλικά

01

ουρλιάζων πίθηκος, howler

monkey of tropical South American forests having a loud howling cry 
howler definition and meaning
02

σοβαρό λάθος, χοντρό λάθος

a glaring blunder 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
howlers
03

ένα εξαιρετικά αστείο αστείο, μια ξεκαρδιστική πλάκα

a joke that seems extremely funny 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

howler
howl
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store