Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Household
01
νοικοκυριό, οικογένεια
all the people living in a house together, considered as a social unit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
households
Παραδείγματα
The household was full of laughter and activity during the holiday season.
Το νοικοκυριό ήταν γεμάτο γέλιο και δραστηριότητα κατά τη διάρκεια των διακοπών.
Λεξικό Δέντρο
household
house
hold



























