household
Pronunciation
/ˈhaʊsˌhoʊɫd/

Ορισμός και σημασία του "household"στα αγγλικά

01

νοικοκυριό, οικογένεια

all the people living in a house together, considered as a social unit
household definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
households
Παραδείγματα
The household was full of laughter and activity during the holiday season.
Το νοικοκυριό ήταν γεμάτο γέλιο και δραστηριότητα κατά τη διάρκεια των διακοπών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store