hotness
hot
ˈhɒt
hot
ness
nəs
nēs

Ορισμός και σημασία του "hotness"στα αγγλικά

01

ζέστη, υψηλή θερμοκρασία

the presence of heat 
hotness definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hotnesses
02

πικάντικο, επίπεδο πικάντικου

the level of spiciness or heat in food 
Παραδείγματα
The hotness of the salsa took everyone by surprise at the party. 

Η πικάντικη γεύση της σάλσας έκπληξε όλους στο πάρτι.

03

θέρμη, διέγερση

a state of sexual arousal 

Λεξικό Δέντρο

hotness
hot
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store