hothead
hot
hɒt
hot
head
hɛd
hed

Ορισμός και σημασία του "hothead"στα αγγλικά

01

καυτή κεφαλή, παρορμητικός

a reckless impetuous irresponsible person 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hotheads
02

καυστήρας, ευέξαπτος

a belligerent grouch 

Λεξικό Δέντρο

hothead

hot

+

head

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store