hothead
hot
hɒt
χοτ
head
hɛd
χεντ

Ορισμός και σημασία του "hothead"στα αγγλικά

01

a reckless impetuous irresponsible person 

αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hotheads
Παραδείγματα
The coach warned the hothead to control his temper. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hothead

hot

+

head

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store