Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Horseshit
01
ανοησίες, βλακείες
blatant nonsense or obvious lies
Dialect
American
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
horseshits
Παραδείγματα
His excuse for being late was pure horseshit.
Η δικαιολογία του για την καθυστέρηση ήταν καθαρή ανοησία.
02
παρενόχληση, εκφοβισμός
serious harassment, bullying, or abusive treatment
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
The new recruit got nothing but horseshit from the veterans.
Ο νέος στρατολογούμενος δεν έλαβε τίποτα παρά μόνο ανοησίες από τους βετεράνους.
03
ιπποκοπριά, ιππική κόπρανα
horse feces
ανεπίσημο
χυδαίο
Παραδείγματα
The stable smelled like fresh horseshit after mucking out.
Ο σταύλος μύριζε σαν φρέσκο κοπριά αλόγου μετά τον καθαρισμό.
Λεξικό Δέντρο
horseshit
horse
shit



























