Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Horseshit
01
ανοησίες, βλακείες
blatant nonsense or obvious lies
Dialect
American
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
The sales pitch was full of marketing horseshit.
Η παρουσίαση πωλήσεων ήταν γεμάτη με ανοησίες μάρκετινγκ.
02
παρενόχληση, εκφοβισμός
serious harassment, bullying, or abusive treatment
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
He took years of horseshit before finally standing up.
Υπέμεινε χρόνια παρενόχλησης πριν τελικά σταθεί.
03
ιπποκοπριά, ιππική κόπρανα
horse feces
Informal
Vulgar
Παραδείγματα
The farmer spread horseshit on the fields as fertilizer.
Ο αγρότης διάχυσε κοπριά αλόγου στα χωράφια ως λίπασμα.
Λεξικό Δέντρο
horseshit
horse
shit



























