horrid
ho
ˈhɔ
χο
rrid
rəd
ραντ
/hˈɒɹɪd/

Ορισμός και σημασία του "horrid"στα αγγλικά

01

φρικτός, απαίσιος

very unpleasant or of very poor quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most horrid
συγκριτικός βαθμός
more horrid
διαβαθμίσιμο
02

φρικτός, τρομερός

extremely unpleasant, shocking, or horrifying
Παραδείγματα
The horrid smell from the old, damp basement made it clear that something was decaying.
Η φρικτή μυρωδιά από το παλιό, υγρό υπόγειο έκανε σαφές ότι κάτι σαπίζει.

Λεξικό Δέντρο

horridly
horridness
horrid
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store