Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
horrid
01
φρικτός, απαίσιος
very unpleasant or of very poor quality
02
φρικτός, τρομερός
extremely unpleasant, shocking, or horrifying
Παραδείγματα
The horrid smell from the old, damp basement made it clear that something was decaying.
Η φρικτή μυρωδιά από το παλιό, υγρό υπόγειο έκανε σαφές ότι κάτι σαπίζει.
Λεξικό Δέντρο
horridly
horridness
horrid



























