horrid
ho
ˈhɒ
χο
rrid
rɪd
ριντ
torridflorid

Ορισμός και σημασία του "horrid"στα αγγλικά

01

φρικτός, απαίσιος

very unpleasant or of very poor quality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most horrid
συγκριτικός βαθμός
more horrid
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quality, experience, evaluation
02

φρικτός, τρομερός

extremely unpleasant, shocking, or horrifying 
Παραδείγματα
His horrid behavior during the argument only escalated the conflict and hurt feelings. 

Η φρικτή συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια της διαμάχης μόνο επιδείνωσε τη σύγκρουση και πλήγωσε τα συναισθήματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

horridly
horridness
horrid
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store