horny
hor
ˈhɔ:
haw
ny
ni
ni
corny

Ορισμός και σημασία του "horny"στα αγγλικά

01

από κέρατο, κερατώδης

made of horn (or of a substance resembling horn) 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

κερασφόρος, με κέρατα

having hard, pointed, and often curved protrusions, like horns or antlers 
Παραδείγματα
The ram displayed its horny head proudly as it stood atop the hill. 

Ο κριάρι έδειξε περήφανα το κερασφόρο κεφάλι του καθώς στέκονταν στην κορυφή του λόφου.

03

εξεγερμένος, καυλωμένος

feeling great sexual desire 

Λεξικό Δέντρο

horniness
horny
horn
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store