Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
horny
01
από κέρατο, κερατώδης
made of horn (or of a substance resembling horn)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
κερασφόρος, με κέρατα
having hard, pointed, and often curved protrusions, like horns or antlers
Παραδείγματα
The beetle's horny exoskeleton provides protection from external threats.
Ο κερατοειδής εξωσκελετός του σκαθαριού παρέχει προστασία από εξωτερικές απειλές.
03
εξεγερμένος, καυλωμένος
feeling great sexual desire
Λεξικό Δέντρο
horniness
horny
horn



























