Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hopefulness
01
ελπίδα, αισιοδοξία
a state of mind marked by wanting good things to happen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hopefulnesses
Παραδείγματα
Despite the challenges, she faced each day with quiet hopefulness.
Παρά τις προκλήσεις, αντιμετώπιζε κάθε μέρα με ήσυχη ελπίδα.
02
ελπίδα, αισιοδοξία
full of hope
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hopefulness
hopeful
hope



























