Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hoop
01
το στεφάνι, ο κρίκος
(in basketball) the metal rim attached to a backboard through which a player attempts to throw the ball in order to score points
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hoops
Παραδείγματα
The player aimed carefully at the hoop before making his shot.
Ο παίκτης σημάδεψε προσεκτικά το σκαλί πριν κάνει τη βολή του.
02
κρίκος, δαχτυλίδι
a circular earing made of metal or other material
03
σκυτάλη, δαχτυλίδι
a circular apparatus used by performers for spinning, tossing, and incorporating into aerial routines
Παραδείγματα
The acrobat skillfully twirled the hoop around various parts of their body, showcasing their agility and precision.
Ο ακροβάτης περιστρέφει επιδέξια το στέμμα γύρω από διάφορα μέρη του σώματός του, επιδεικνύοντας την ευκινησία και την ακρίβειά του.
04
σκουτάκι, σκελετός
a light curved skeleton to spread out a skirt
05
σκουτάκι, δαχτυλίδι
a small arch used as croquet equipment
06
σκουτάρι, δαχτυλίδι
a large ring that people or animals jump through in a circus or was used as a children's plaything in the past
to hoop
01
περιβάλλω με στεφάνη, συνδέω με στεφάνη
bind or fasten with a hoop
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hoop
γ΄ ενικό πρόσωπο
hoops
ενεστώτα μετοχή
hooping
απλός αόριστος
hooped
παθητική μετοχή
hooped



























