Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to appertain
01
ανήκω, σχετίζομαι με
to belong to or be related to something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
appertain
γ΄ ενικό πρόσωπο
appertains
ενεστώτα μετοχή
appertaining
απλός αόριστος
appertained
παθητική μετοχή
appertained
Παραδείγματα
The responsibilities that appertain to the position include overseeing the project and managing the team.
Οι ευθύνες που αποδίδονται στη θέση περιλαμβάνουν την εποπτεία του έργου και τη διαχείριση της ομάδας.



























