Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to appertain
01
ανήκω, σχετίζομαι με
to belong to or be related to something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
appertain
γ΄ ενικό πρόσωπο
appertains
ενεστώτα μετοχή
appertaining
απλός αόριστος
appertained
παθητική μετοχή
appertained
Παραδείγματα
The new policies will appertain to all employees, ensuring consistency across departments.
Οι νέες πολιτικές θα αφορούν όλους τους υπαλλήλους, διασφαλίζοντας συνοχή μεταξύ των τμημάτων.



























