Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hole card
01
κρυφή κάρτα, μυστική κάρτα
(poker) a card that is dealt face-down to a player and is not visible to other players at the table
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hole cards
02
κρυφό χαρτί, ατού στη τσέπη
any assets that are concealed until they can be used advantageously



























