hoggish
ho
ˈhɒ
ho
ggish
gɪʃ
gish

Ορισμός και σημασία του "hoggish"στα αγγλικά

01

αδηφάγος, άπληστος

acting in a way that is greedy, selfish, or gluttonous, similar to the behavior of a pig 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hoggish
συγκριτικός βαθμός
more hoggish
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, character, ethics
Παραδείγματα
His hoggish eating habits disgusted everyone at the table. 

Οι απληστες διατροφικές του συνήθειες απέτρεψαν όλους στο τραπέζι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hoggishness
hoggish
hog
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store