Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hobbyhorse
01
άλογο κούνιας, παιχνιδόλογο
a child's plaything consisting of an imitation horse mounted on rockers; the child straddles it and pretends to ride
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hobbyhorses
02
αγαπημένο θέμα, ψύχωση
a topic to which one constantly reverts



























