Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hoary
01
ασπρομάλλης, άσπρος σαν το χιόνι
(of people) having gray or white hair, particularly due to age
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
hoariest
συγκριτικός βαθμός
hoarier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The hoary professor had decades of wisdom etched into his gray hair and deep-set wrinkles.
Ο ασπρομάλλης καθηγητής είχε δεκαετίες σοφίας χαραγμένες στα γκρι μαλλιά του και τις βαθιές ρυτίδες.
02
ασπρομάλλης, γκριζομάλλης
(of hair) gray or white indicating old age
03
ασπρομάλλης, γκριζοάσπρος
having a color between gray and white
04
αρχαίος, σεβαστός
ancient



























