hoarse
Pronunciation
/ˈhɔɹs/

Ορισμός και σημασία του "hoarse"στα αγγλικά

01

βραχνός, τραχύς

having a rough, harsh, and weak voice, usually due to a sore throat or excessive use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
hoarsest
συγκριτικός βαθμός
hoarser
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He tried to sing, but his voice came out hoarse and cracked.
Προσπάθησε να τραγουδήσει, αλλά η φωνή του βγήκε βραχνή και σπασμένη.

Λεξικό Δέντρο

hoarsely
hoarseness
hoarse
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store