hoarder
hoar
ˈhɔ:
haw
der
da
da
herder

Ορισμός και σημασία του "hoarder"στα αγγλικά

01

συσσωρευτής, ψυχαναγκαστικός συλλέκτης

a person who accumulates possessions excessively, often to the point of obsession or dysfunction 
hoarder definition and meaning
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hoarders
Παραδείγματα
The hoarder filled every room with newspapers stacked to the ceiling. 

Ο συλλέκτης γέμισε κάθε δωμάτιο με εφημερίδες στοιβαγμένες μέχρι το ταβάνι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hoarder
hoard
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store