hitting
hi
ˈhɪ
hi
tting
tɪng
ting
wittingsittingpittingfitting

Ορισμός και σημασία του "hitting"στα αγγλικά

01

χτύπημα, κτύπημα

the action of making forceful contact with something, often with a tool or part of the body 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hittings
Παραδείγματα
The hitting of the baseball sent it soaring into the outfield. 

Το χτύπημα της μπάλας του μπέιζμπολ την έστειλε να πετάξει στο εξωτερικό γήπεδο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hitting
hit
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store