hitting
Pronunciation
/ˈhɪtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "hitting"στα αγγλικά

01

χτύπημα, κτύπημα

the action of making forceful contact with something, often with a tool or part of the body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hittings
Παραδείγματα
The constant hitting of the machine's buttons caused it to malfunction.
Το συνεχές χτύπημα των κουμπιών του μηχανήματος προκάλεσε δυσλειτουργία.

Λεξικό Δέντρο

hitting
hit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store