Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
historic
01
ιστορικός
relating to a person or event that is a part of the past and is documented in historical records, often preserved for educational or cultural purposes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her research focuses on historic figures from the Renaissance period.
Η έρευνά της επικεντρώνεται σε ιστορικά πρόσωπα από την περίοδο της Αναγέννησης.
02
ιστορικός, αξέχαστος
having great importance or effect in history
Παραδείγματα
Her discovery was hailed as a historic breakthrough in medical science.
Η ανακάλυψή της χαρακτηρίστηκε ως ιστορική πρόοδος στην ιατρική επιστήμη.
Λεξικό Δέντρο
historical
prehistoric
historic
history



























