Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hilariously
Παραδείγματα
The actor hilariously stumbled through the dance routine on live television.
Ο ηθοποιός κωμικά σκοντάφτηκε κατά τη ρουτίνα χορού σε ζωντανή τηλεόραση.
1.1
κωμικά, με κωμικό τρόπο
in a wildly absurd or exaggerated manner, often beyond normal expectations
Παραδείγματα
His attempt at flirting was hilariously awkward.
Η προσπάθεια φλερτ του ήταν ξεκαρδιστικά αδέξια.
Λεξικό Δέντρο
hilariously
hilarious



























