Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hiking
01
πεζοπορία, ορειβασία
the activity of taking long walks in the countryside or mountains, often for fun
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Hiking is a great way to explore nature and enjoy the fresh air.
Το πεζοπορία είναι ένας υπέροχος τρόπος να εξερευνήσετε τη φύση και να απολαύσετε τον καθαρό αέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hiking
hike



























