hiking
hi
ˈhaɪ
hai
king
kɪng
king
hiding

Ορισμός και σημασία του "hiking"στα αγγλικά

01

πεζοπορία, ορειβασία

the activity of taking long walks in the countryside or mountains, often for fun 
Dialectamerican flagAmerican
walkingbritish flagBritish
hiking definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Hiking is a great way to explore nature and enjoy the fresh air. 

Το πεζοπορία είναι ένας υπέροχος τρόπος να εξερευνήσετε τη φύση και να απολαύσετε τον καθαρό αέρα.

Λεξικό Δέντρο

hiking
hike
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store