Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hijacker
01
πειρατής αεροσκαφών, αεροπειρατής
someone who uses threats or violence to take control of a moving vehicle, particularly an airplane, to forcefully change the destination or demand something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hijackers
Παραδείγματα
The hijacker demanded a ransom and threatened the passengers if his demands were not met.
Ο αεροπειρατής ζήτησε λύτρα και απείλησε τους επιβάτες αν δεν ικανοποιούνταν τα αιτήματά του.
02
ληστής οχημάτων, ληστής δρόμου
a holdup man who stops a vehicle and steals from it
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hijacker
hijack



























