apostleship
a
a
α
po
ˈpɑ:
πα
st
σα
leship
ˌlʃɪp
λσιπ
/ɐpˈɒsəlʃˌɪp/

Ορισμός και σημασία του "apostleship"στα αγγλικά

01

αποστολή, αποστολική αποστολή

the position and responsibility of the one who is sent for advocating Christianity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

apostleship
apostle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store