apostleship
a
ə
ē
po
ˈpɒ
po
st
leship
lʃɪp
lship

Ορισμός και σημασία του "apostleship"στα αγγλικά

01

αποστολή, αποστολική αποστολή

the position and responsibility of the one who is sent for advocating Christianity 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

apostleship
apostle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store