hickory nut
hi
ˈhɪ
hi
cko
ry
ri
ri
nut
nʌt
nat

Ορισμός και σημασία του "hickory nut"στα αγγλικά

01

καρύδι hickory, καρύδι pecan

a type of large, flavorful nut harvested from various species of hickory trees 
hickory nut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hickory nuts
Παραδείγματα
They gathered hickory nuts from the forest floor, filling their baskets with the treasure trove of large and flavorful nuts. 

Μάζεψαν ξηρούς καρπούς hickory από το πάτωμα του δάσους, γεμίζοντας τα καλάθια τους με τον θησαυρό των μεγάλων και γευστικών ξηρών καρπών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store