apostasy
a
ə
α
pos
ˈpɒs
ποσ
ta
τα
sy
si
σι

Ορισμός και σημασία του "apostasy"στα αγγλικά

01

αποστασία, απιστία

the act of abandoning a religious or political belief that one used to hold 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
apostasies
Παραδείγματα
His public declaration of atheism was viewed as an act of apostasy by his deeply religious family. 

Η δημόσια δήλωση αθεϊσμού του θεωρήθηκε ως πράξη αποστασίας από την βαθιά θρησκευόμενη οικογένειά του.

02

αποστασία, εγκατάλειψη

the act of abandoning a party for cause 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store