Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Apostasy
01
αποστασία, απιστία
the act of abandoning a religious or political belief that one used to hold
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The debate over apostasy often centers on issues of freedom and the right to change one's beliefs.
Η συζήτηση για την αποστασία συχνά επικεντρώνεται σε ζητήματα ελευθερίας και του δικαιώματος να αλλάξει κανείς τις πεποιθήσεις του.
02
αποστασία, εγκατάλειψη
the act of abandoning a party for cause



























