Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hesitancy
01
δισταγμός, απροθυμία
the feeling or state of being unwilling or uncertain to do something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
δισταγμός, απροθυμία
(plural) the act of unwillingness to do something
Λεξικό Δέντρο
hesitancy
hesitance
hesit



























