Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to apologize
01
ζητώ συγγνώμη, απολογούμαι
to tell a person that one is sorry for having done something wrong
Intransitive: to apologize | to apologize for a mistake or wrongdoing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
apologize
γ΄ ενικό πρόσωπο
apologizes
ενεστώτα μετοχή
apologizing
απλός αόριστος
apologized
παθητική μετοχή
apologized
Παραδείγματα
When realizing the mistake, he promptly apologized to his friend for the misunderstanding.
Όταν συνειδητοποίησε το λάθος, ζήτησε συγγνώμη αμέσως από τον φίλο του για την παρεξήγηση.
02
δικαιολογώ, υπερασπίζομαι
to defend or justify one’s actions or beliefs, often through explanation or argument
Intransitive
Παραδείγματα
The historian apologized for the controversial theory, providing a detailed defense of his research.
Ο ιστορικός ζήτησε συγγνώμη για τη διχαστική θεωρία, παρέχοντας μια λεπτομερή υπεράσπιση της έρευνάς του.
Λεξικό Δέντρο
apologize
apo



























