Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
helpful
01
βοηθητικός, χρήσιμος
offering assistance or support, making tasks easier or problems more manageable for others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most helpful
συγκριτικός βαθμός
more helpful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A helpful tip can save time and effort during a project.
Μια χρήσιμη συμβουλή μπορεί να εξοικονομήσει χρόνο και προσπάθεια κατά τη διάρκεια ενός έργου.
02
βοηθητικός, χρήσιμος
(of a person) having a willingness or readiness to help someone
Παραδείγματα
The shop assistant was very helpful; she found the perfect gift for my mom.
Η υπάλληλος του καταστήματος ήταν πολύ βοηθητική; βρήκε το τέλειο δώρο για τη μητέρα μου.
Λεξικό Δέντρο
helpfully
helpfulness
unhelpful
helpful
help



























