helper
helper
'hɛlpə
χελπα
heller

Ορισμός και σημασία του "helper"στα αγγλικά

01

βοηθός, βοηθητικός

a person who helps others, often with money or practical support 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
helpers
Παραδείγματα
She is a helper at the community center. 

Είναι βοηθός στο κέντρο της κοινότητας.

02

βοηθός, υποβοηθός

a person who assists in completing a task or reaching a goal 
Παραδείγματα
The teacher's aide was a valuable helper in managing the classroom and assisting students. 

Ο βοηθός του δασκάλου ήταν ένας πολύτιμος βοηθός στη διαχείριση της τάξης και στη βοήθεια των μαθητών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

helper
help
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store