Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to help out
01
βοηθώ, δίνω ένα χέρι
to help someone, especially to make it easier for them to do something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
help
ενεστώτας
help out
γ΄ ενικό πρόσωπο
helps out
ενεστώτα μετοχή
helping out
απλός αόριστος
helped out
παθητική μετοχή
helped out
Παραδείγματα
I can help out with your homework if you're having trouble.
Μπορώ να βοηθήσω με την εργασία σου αν δυσκολεύεσαι.



























