Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to help out
[phrase form: help]
01
βοηθώ, δίνω ένα χέρι
to help someone, especially to make it easier for them to do something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
help
ενεστώτας
help out
γ΄ ενικό πρόσωπο
helps out
ενεστώτα μετοχή
helping out
απλός αόριστος
helped out
παθητική μετοχή
helped out
Παραδείγματα
By this time next week, I will be helping out at the new office.
Μέχρι αυτή την ώρα την επόμενη εβδομάδα, θα βοηθάω στο νέο γραφείο.



























