hedonistic
he
ˌhi
χι
do
ντα
nis
ˈnɪs
νισ
tic
tɪk
τικ
British pronunciation
/hˌɛdənˈɪstɪk/

Ορισμός και σημασία του "hedonistic"στα αγγλικά

hedonistic
01

ηδονιστικός, τρυφερός

focused on seeking pleasure and self-indulgence
example
Παραδείγματα
She gave into her hedonistic tendencies during her vacation, enjoying every luxury offered.
Παραδόθηκε στις ηδονιστικές της τάσεις κατά τις διακοπές της, απολαμβάνοντας κάθε πολυτέλεια που προσφερόταν.

Λεξικό Δέντρο

hedonistic
hedonist
hedon
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store