Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hedonistic
01
ηδονιστικός, τρυφερός
focused on seeking pleasure and self-indulgence
Παραδείγματα
She gave into her hedonistic tendencies during her vacation, enjoying every luxury offered.
Παραδόθηκε στις ηδονιστικές της τάσεις κατά τις διακοπές της, απολαμβάνοντας κάθε πολυτέλεια που προσφερόταν.
Λεξικό Δέντρο
hedonistic
hedonist
hedon



























