Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hedgerow
01
φράκτης από θάμνους, σειρά θάμνων
a line of shrubs, bushes, or small trees that are planted along the edge of a field or road, especially in the UK
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hedgerows
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hedgerow
hedge
row



























