Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hector
01
Εκτορας, ένας πρίγκιπας της Τροίας και ο μεγαλύτερος πολεμιστής στον Τρωικό Πόλεμο
a Trojan prince and the greatest warrior in the Trojan War, known for his courage, leadership, and devotion to his country and family
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hectors
κύριο
to hector
01
εκφοβίζω, αναγκάζω
to speak or behave aggressively toward someone and try to force them into doing something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hector
γ΄ ενικό πρόσωπο
hectors
ενεστώτα μετοχή
hectoring
απλός αόριστος
hectored
παθητική μετοχή
hectored
Παραδείγματα
She felt uncomfortable when her manager hectored her about missing deadlines.
Αισθάνθηκε άβολα όταν ο διευθυντής της την προσέβαλε για τις χαμένες προθεσμίες.



























