Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Heckler
01
διακοπέας, προκλητικός
an individual in an audience who interrupts a performance, typically a comedian or speaker, by making loud or disruptive comments, criticisms, or jeers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hecklers
Παραδείγματα
The comedian handled the heckler with grace, cleverly incorporating their remarks into the act and diffusing the situation with humor.
Ο κωμικός αντιμετώπισε τον προκλητή με χάρη, ενσωματώνοντας έξυπνα τα σχόλιά του στην παράσταση και αποσυμπιέζοντας την κατάσταση με χιούμορ.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
heckler
heckle



























