heartsick
heart
ˈhɑ:rt
χαρτ
sick
sɪk
σικ
/hˈɑːtsɪk/

Ορισμός και σημασία του "heartsick"στα αγγλικά

01

απελπισμένος, θλιμμένος

without or almost without hope
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most heartsick
συγκριτικός βαθμός
more heartsick
διαβαθμίσιμο
02

λυπημένος, με σπασμένη καρδιά

experiencing deep emotional pain or distress
Παραδείγματα
She was heartsick over the sudden end of her long-term relationship.
Ήταν λυπημένη για το ξαφνικό τέλος της μακροχρόνιας σχέσης της.

Λεξικό Δέντρο

heartsickness
heartsick

heart

+

sick

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store