Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heartsick
01
απελπισμένος, θλιμμένος
without or almost without hope
02
λυπημένος, με σπασμένη καρδιά
experiencing deep emotional pain or distress
Λεξικό Δέντρο
heartsickness
heartsick
heart
sick
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
απελπισμένος, θλιμμένος
λυπημένος, με σπασμένη καρδιά
Λεξικό Δέντρο
heart
sick