Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brokenhearted
01
ραγισμένη καρδιά, κατεστραμμένος από θλίψη
overcome with intense sorrow, especially due to a deep personal loss or emotional pain
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most brokenhearted
συγκριτικός βαθμός
more brokenhearted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, psychology, experience
Παραδείγματα
She was brokenhearted after the unexpected breakup.
Ήταν με σπασμένη καρδιά μετά από το απροσδόκητο χωρισμό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
brokenheartedness
brokenhearted



























