Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heartbreaking
01
θλιβερός, που σπάει την καρδιά
causing intense sadness, distress, or emotional pain
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most heartbreaking
συγκριτικός βαθμός
more heartbreaking
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, experience, suffering
Παραδείγματα
The heartbreaking loss of their beloved pet left the family devastated.
Η θλιβερή απώλεια του αγαπημένου τους κατοικίδιου άφησε την οικογένεια καταστραφμένη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
heartbreaking
heart
breaking



























