hearsay
hear
ˈhɪə
hie
say
seɪ
sei

Ορισμός και σημασία του "hearsay"στα αγγλικά

01

φήμες

(law) restatement of other people's words by a witness in a law court, which is not counted as evidence 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hearsays
Παραδείγματα
The judge ruled the testimony inadmissible because it was based on hearsay. 

Ο δικαστής κήρυξε την κατάθεση απαράδεκτη επειδή βασιζόταν σε φήμες.

02

φήμη, κουβέντα

unverified talk or rumor circulated informally 
Παραδείγματα
Most of the story was hearsay, not fact. 

Το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας ήταν φήμη, όχι γεγονός.

01

από φήμες, μη επαληθευμένο

received from others rather than directly experienced or verified 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
evidence, information, communication
Παραδείγματα
The report was based on hearsay accounts. 

Η έκθεση βασίστηκε σε λογαριασμούς από λόγια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hearsay

hear

+

say

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store