headhunter
Pronunciation
/ˈhɛdˌhəntɝ/

Ορισμός και σημασία του "headhunter"στα αγγλικά

01

κυνηγός κεφαλών, συλλέκτης κεφαλών

a savage who cuts off and preserves the heads of enemies as trophies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
headhunters
02

κυνηγός κεφαλών, προσωπικός αναζητητής

a person whose job is to find and approach skillful people that fit a specific job and persuade them to take a higher position

Λεξικό Δέντρο

headhunter

head

+

hunter

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store