Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ape
01
πίθηκος, ανθρωποειδής πίθηκος
a tailless animal similar to a monkey, such as chimpanzees and gorillas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
apes
Παραδείγματα
The zoo has a new exhibit featuring various species of apes, including chimpanzees and gorillas.
Ο ζωολογικός κήπος έχει μια νέα έκθεση που παρουσιάζει διάφορα είδη πληθύσμων, συμπεριλαμβανομένων των χιμπατζήδων και των γοριλών.
1.1
πίθηκος, ανθρωποειδής πίθηκος
a person whose appearance or manner resembles a nonhuman primate
Παραδείγματα
He made faces like an ape to amuse the children.
Έκανε κορδόνια σαν πίθηκος για να διασκεδάσει τα παιδιά.
02
πίθηκος, μιμητής
a person who imitates the words, actions, or behavior of another, often in a mocking or exaggerated way
Παραδείγματα
He was an ape of his older brother, copying every gesture.
Ήταν ο πίθηκος του μεγαλύτερου αδελφού του, αντιγράφοντας κάθε χειρονομία.
to ape
01
μιμούμαι, αντιγράφω
to copy someone or something in every detail without thinking critically
Transitive: to ape someone's behavior or mannerism
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ape
γ΄ ενικό πρόσωπο
apes
ενεστώτα μετοχή
aping
απλός αόριστος
aped
παθητική μετοχή
aped
Παραδείγματα
The child aped their favorite superhero's actions, pretending to have superpowers.
Το παιδί μιμήθηκε τις ενέργειες του αγαπημένου του υπερήρωα, προσποιούμενο ότι έχει υπερδυνάμεις.
ape
01
τρελός, εκστατικός
extremely wild, crazy, or overexcited
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ape
συγκριτικός βαθμός
more ape
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They were ape over the surprise party.
Ήταν τρελοί για το πάρτι έκπληξη.
Λεξικό Δέντρο
apelike
apery
ape



























